- δρεπανηφόρος
- δρεπανη-φόρος, sicheltragend, - führend; ἅρμα, Sichelwagen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δρεπανηφόρος — bearing a scythe masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρος — α, ο (AM δρεπανηφόρος, ον) αυτός που έχει ή που κρατά δρεπάνι αρχ. «ἅρμα δρεπανηφόρον» άρμα που είναι εφοδιασμένο και από τις δύο πλευρές με δρεπάνια για να τραυματίζει τους εχθρούς … Dictionary of Greek
δρεπανηφόρον — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem acc sg δρεπανηφόρος bearing a scythe neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρα — δρεπανηφόρος bearing a scythe neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρε — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόροι — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόροις — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρου — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρους — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρων — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δρεπανηφόρῳ — δρεπανηφόρος bearing a scythe masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)